Μεγάλη μείωση στα «καλά» ψάρια στην Κύπρο! Αυξάνονται τα επιβλαβή είδη, αδειάζουν οι θάλασσες.
Τα στοιχεία για την περίοδο 2020–2024 δείχνουν ότι η αλιεία στην Κύπρο αλλάζει και δυστυχώς όχι προς όφελος των ψαράδων.
Η συνολική ποσότητα ψαριών έφτασε στο ψηλότερο σημείο το 2022, όμως τα επόμενα χρόνια μειώθηκε και το 2024 καταγράφηκε αισθητή πτώση.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο ότι μειώνονται τα ψάρια γενικά.
Μειώνονται κυρίως τα ψάρια που αποτελούν το βασικό εισόδημα των ψαράδων, ενώ αυξάνονται είδη που θεωρούνται επιβλαβή ή ανεπιθύμητα.
Συγκεκριμένα, αυξάνονται είδη όπως το κουνελόψαρο και το λεοντόψαρο, αλλά και άλλα ξενικά ή προβληματικά είδη.
Πρόκειται για ψάρια που δεν έχουν την ίδια εμπορική αξία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, προκαλούν ζημιές στα δίχτυα και στα αλιεύματα.
Κουνελόψαρο
Το κουνελόψαρο καταγράφει σταθερά αυξητική πορεία σε όλη την περίοδο 2020–2024. Συγκεκριμένα, οι ποσότητες ανήλθαν από 31.341 κιλά το 2020 σε 37.260 κιλά το 2021 και 38.054 κιλά το 2022, ενώ το 2023 έφτασαν τα 40.351 κιλά. Το 2024 σημειώθηκε ιδιαίτερα έντονη αύξηση, με την αλίευση να εκτοξεύεται στα 59.249 κιλά – σχεδόν διπλάσια ποσότητα από το 2020! Η συνεχής αυτή άνοδος επιβεβαιώνει την εξάπλωση του κουνελόψαρου, το οποίο αποτελεί επιβλαβές και ανεπιθύμητο είδος για την κυπριακή αλιεία.

Λεοντόψαρο
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η αύξηση του λεοντόψαρου, το οποίο αν και βρώσιμο αποτελεί παράλληλα και ξενικό είδος. Από μόλις 3.732 κιλά το 2020, οι ποσότητες τετραπλασιάστηκαν το 2021 φτάνοντας τα 15.033 κιλά, ενώ το 2022 αυξήθηκαν περαιτέρω στα 22.369 κιλά. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε το 2023 με 29.334 κιλά και κορυφώθηκε το 2024 στα 36.296 κιλά. Τα στοιχεία δείχνουν μια σταθερή και ραγδαία εξάπλωση του λεοντόψαρου στα κυπριακά νερά.

Την ίδια ώρα, μειώνονται πολλά από τα παραδοσιακά και εμπορικά ψάρια που ψαρεύουν εδώ και χρόνια οι Κύπριοι ψαράδες, όπως η μαρίδα, ο σκάρος, το λυθρίνι, το καλαμάρι και το χταπόδι.
Ιδιαίτερα έντονη είναι και η μείωση της σαρδέλας το 2024.
Μαρίδα
Η μαρίδα εμφανίζει αρχικά αύξηση και στη συνέχεια αισθητή υποχώρηση. Από 49.991 κιλά το 2020, οι ποσότητες αυξήθηκαν το 2021 στα 65.273 κιλά και παρέμειναν σε παρόμοια επίπεδα το 2022 με 65.819 κιλά. Το 2023 σημειώθηκε μικρή μείωση στα 64.801 κιλά, ενώ το 2024 καταγράφηκε απότομη πτώση, με τις ποσότητες να περιορίζονται στα 40.841 κιλά, εξέλιξη ιδιαίτερα αρνητική για ένα βασικό εμπορικό είδος.

Σκάρος
Ο σκάρος παρουσιάζει μια ήπια αυξητική τάση έως το 2023 και στη συνέχεια υποχώρηση. Συγκεκριμένα, από 19.113 κιλά το 2020, οι ποσότητες αυξήθηκαν στα 19.452 κιλά το 2021, στα 19.934 κιλά το 2022 και στα 20.474 κιλά το 2023. Το 2024, όμως, σημειώθηκε μείωση, με την παραγωγή να πέφτει στα 17.079 κιλά, διακόπτοντας τη μέχρι τότε ανοδική πορεία.

Λυθρίνι
Το λυθρίνι παρουσιάζει μικρές διακυμάνσεις αλλά συνολικά αρνητική εξέλιξη το 2024. Από 13.462 κιλά το 2020, οι ποσότητες μειώθηκαν ελαφρά το 2021 στα 13.154 κιλά, αυξήθηκαν το 2022 στα 14.198 κιλά και συνέχισαν ανοδικά το 2023 στα 14.512 κιλά. Ωστόσο, το 2024 καταγράφηκε έντονη πτώση, με τις ποσότητες να μειώνονται στα 10.282 κιλά.

Καλαμάρι
Το καλαμάρι εμφανίζει ιδιαίτερα ασταθή εικόνα. Από 8.706 κιλά το 2020, οι ποσότητες αυξήθηκαν το 2021 στα 10.486 κιλά και το 2022 στα 10.763 κιλά. Το 2023 καταγράφηκε μια εξαιρετικά μεγάλη αύξηση, με την παραγωγή να εκτοξεύεται στα 36.274 κιλά, γεγονός που αποτελεί έντονη απόκλιση σε σχέση με τα υπόλοιπα έτη. Το 2024, όμως, ακολούθησε απότομη πτώση, με τις ποσότητες να επιστρέφουν στα 8.399 κιλά.

Χταπόδι
Το χταπόδι παρουσιάζει γενικά φθίνουσα πορεία. Από 4.508 κιλά το 2020, σημειώθηκε μικρή αύξηση το 2021 στα 5.133 κιλά, όμως το 2022 οι ποσότητες μειώθηκαν στα 4.876 κιλά και το 2023 στα 4.046 κιλά. Το 2024 καταγράφηκε η χαμηλότερη τιμή της πενταετίας, με μόλις 2.654 κιλά, εξέλιξη που επιβεβαιώνει τη σημαντική πίεση που δέχεται το συγκεκριμένο εμπορικό είδος.

Ένα επάγγελμα σε πίεση
Η εικόνα αυτή έρχεται να δέσει με τις έντονες αντιδράσεις των επαγγελματιών ψαράδων, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια καταγγέλλουν ότι η μείωση των αλιευμάτων, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους καυσίμων, τους περιορισμούς και την έλλειψη ουσιαστικής στήριξης, καθιστούν το επάγγελμα οικονομικά ασύμφορο.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μονοδιάστατο: ενώ ορισμένα είδη αυξάνονται, τα περισσότερα εμπορικά ψάρια μειώνονται, επιβεβαιώνοντας την αίσθηση ότι η κυπριακή αλιεία βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι.
Κινητοποιήσεις και διεκδικήσεις
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αστάθειας, οι επαγγελματίες ψαράδες δεν περιορίζονται πλέον μόνο στη διαπίστωση των προβλημάτων, αλλά περνούν και σε οργανωμένες ενέργειες. Τους τελευταίους μήνες, μέσω των συνδέσμων και των οργανώσεών τους, έχουν προχωρήσει σε διαβήματα προς τα αρμόδια υπουργεία, ζητώντας αναθεώρηση των διαδικασιών έκδοσης επαγγελματικής άδειας για την αλιεία, ουσιαστική στήριξη του εισοδήματός τους και μέτρα που να λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές συνθήκες στη θάλασσα.
Παράλληλα, έχουν εξαγγελθεί και δυναμικές κινητοποιήσεις, με τους ψαράδες να δηλώνουν έτοιμοι να αφήσουν τις βάρκες τους δεμένες και να διαμαρτυρηθούν δημόσια, ακόμη και έξω από το Προεδρικό Μέγαρο, θεωρώντας ότι η φωνή τους δεν εισακούεται. Στο επίκεντρο των αιτημάτων τους βρίσκονται, μεταξύ άλλων, το αυξημένο κόστος καυσίμων, οι περιορισμοί στη δραστηριότητα, οι ζημιές από προστατευόμενα είδη, αλλά και η ανάγκη για μια πιο δίκαιη και ρεαλιστική διαχείριση των αλιευτικών αποθεμάτων.
Οι ίδιοι προειδοποιούν ότι, χωρίς άμεσες παρεμβάσεις, η παράκτια αλιεία στην Κύπρο κινδυνεύει να συρρικνωθεί περαιτέρω, με επιπτώσεις όχι μόνο στο εισόδημα εκατοντάδων οικογενειών, αλλά και στη διατροφική επάρκεια, την τοπική οικονομία και την παραδοσιακή σχέση των παράκτιων κοινοτήτων με τη θάλασσα.
Επιπτώσεις και στην ερασιτεχνική αλιεία και στην τοπική αγορά
Η αλλαγή στη σύνθεση των αλιευμάτων και η μείωση των «καλών» και εμπορικών ψαριών δεν επηρεάζει μόνο τους επαγγελματίες ψαράδες, αλλά έχει ήδη άμεσο αντίκτυπο και στην ερασιτεχνική αλιεία. Οι ερασιτέχνες αλιείς διαπιστώνουν όλο και πιο συχνά ότι τα παραδοσιακά είδη γίνονται σπανιότερα, γεγονός που μειώνει το ενδιαφέρον για το χόμπι, αλλά και τις εξορμήσεις στη θάλασσα. Αυτό, με τη σειρά του, επηρεάζει αρνητικά τα καταστήματα ειδών αλιείας, τα οποία καταγράφουν μειωμένη ζήτηση για καλάμια, μηχανισμούς, τεχνητά δολώματα και λοιπό εξοπλισμό.
Παράλληλα, η γενικότερη αβεβαιότητα στον τομέα της αλιείας και η εικόνα μιας θάλασσας με φθίνουσα παραγωγικότητα λειτουργούν αποτρεπτικά και για νέες αγορές ή αναβαθμίσεις σκαφών αναψυχής και μικρών αλιευτικών σκαφών, επηρεάζοντας αρνητικά τόσο τις πωλήσεις σκαφών όσο και τους μηχανικούς βαρκών, τα συνεργεία και τις επιχειρήσεις συντήρησης και επισκευής θαλάσσιου εξοπλισμού. Έτσι, η κρίση στην αλιεία μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την αλυσίδα δραστηριοτήτων που συνδέεται με τη θάλασσα και την παράκτια οικονομία.
Μέτρα για στήριξη της αλιείας και της θάλασσας
Για να αντιμετωπιστεί η επιδείνωση της κατάστασης, απαιτείται ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο μέτρων που να στηρίζει τόσο τους επαγγελματίες όσο και την ευρύτερη θαλάσσια οικονομία αλλά κυρίως να στηρίζει το θαλάσσιο περιβάλλον.
Απαραίτητη προυπόθεση είναι η ενίσχυση της επιστημονικής παρακολούθησης των ιχθυαποθεμάτων, η λήψη στοχευμένων μέτρων για τον περιορισμό των επιβλαβών ειδών, αλλά και η στήριξη δράσεων που προωθούν τη βιώσιμη αλιεία και την προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Μόνο μέσα από συντονισμένες παρεμβάσεις μπορεί να διασφαλιστεί ότι η θάλασσα θα παραμείνει παραγωγική και ότι η αλιεία, επαγγελματική και ερασιτεχνική, θα συνεχίσει να αποτελεί ζωντανό κομμάτι της κυπριακής κοινωνίας και οικονομίας. Αλλά το πιο κύριο είναι ότι μόνο με διαχειριστικό πλάνο και στόχο μπορούμε να ξανακάνουμε τις θάλασσες μας πλούσιες και ζωντανές.







