Θερμότερα νερά, νέα είδη και μεταβολές στους πληθυσμούς των ψαριών δημιουργούν μια διαφορετική πραγματικότητα για τους ψαράδες της Κύπρου.

Για τον ψαρά, η θάλασσα δεν είναι ποτέ ακριβώς η ίδια.

Αλλάζει με τον καιρό, τη θερμοκρασία, τα ρεύματα, την εποχή. Αλλάζει ακόμη και μέσα σε λίγες ημέρες. Αυτό όμως που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια δεν είναι απλώς μια φυσιολογική εποχική μεταβολή. Η Μεσόγειος αλλάζει και μαζί της αλλάζει σταδιακά και το θαλάσσιο περιβάλλον γύρω από την Κύπρο.

Η θάλασσα παραμένει η ίδια στο χρώμα και στον ορίζοντα. Κάτω από την επιφάνειά της, όμως, η εικόνα γίνεται διαφορετική.

Η άνοδος της θερμοκρασίας των νερών, οι θαλάσσιοι καύσωνες, η εμφάνιση και εξάπλωση μη γηγενών ειδών, αλλά και οι μεταβολές στην κατανομή και αφθονία ορισμένων ψαριών επηρεάζουν σταδιακά τα θαλάσσια οικοσυστήματα και, κατ’ επέκταση, την αλιεία. Η ίδια η κυπριακή αξιολόγηση κινδύνων για την κλιματική αλλαγή χαρακτηρίζει ως ιδιαίτερα σημαντικές τις επιπτώσεις από την εξάπλωση εισβολικών ειδών, τις αλλαγές στη σύνθεση των ειδών και την αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας.

Μια θάλασσα που γίνεται θερμότερη

Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτών των αλλαγών. Σύμφωνα με τη Γενική Επιτροπή Αλιείας για τη Μεσόγειο (GFCM), η Μεσόγειος θερμαίνεται περίπου 20% ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, ενώ παρατηρούνται αλλαγές στη θερμοκρασία της επιφάνειας της θάλασσας, περισσότερα θαλάσσια θερμικά επεισόδια και μεταβολές στις ωκεανογραφικές συνθήκες.

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;

Η θερμοκρασία του νερού αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά, την εξάπλωση και την αναπαραγωγή των ψαριών. Όταν οι συνθήκες αλλάζουν, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο κινούνται και τρέφονται τα είδη.

Έτσι, ένα ψάρι που κάποτε συναντούσε κανείς σε συγκεκριμένες εποχές και περιοχές μπορεί σήμερα να εμφανίζεται σε διαφορετικό χρόνο, σε διαφορετικό βάθος ή σε διαφορετικές περιοχές. Και αυτό είναι κάτι που ο ψαράς αντιλαμβάνεται πρώτος, πολλές φορές πριν ακόμη καταγραφεί επιστημονικά.

Τα «καινούργια» ψάρια που έγιναν πλέον μέρος της καθημερινότητας

Ίσως η πιο εμφανής αλλαγή στα νερά της Κύπρου είναι η παρουσία μη γηγενών ειδών.

Ο λαγοκέφαλος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το είδος έχει παρουσία στα νερά της Κύπρου εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες και θεωρείται σημαντικό πρόβλημα για την παράκτια αλιεία. Το Τμήμα Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών έχει επισημάνει ότι η παρουσία του αποτελεί πρόβλημα για την παράκτια αλιεία, ενώ υπενθυμίζει ότι πρόκειται για δηλητηριώδες είδος που δεν πρέπει να καταναλώνεται.

Ο λαγοκέφαλος όμως δεν είναι η μοναδική περίπτωση.

Είδη που προέρχονται από θερμότερες περιοχές της Ερυθράς Θάλασσας και εισέρχονται στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ έχουν πλέον εγκατασταθεί στην Ανατολική Μεσόγειο. Η διαδικασία αυτή, γνωστή ως λεσεψιανή μετανάστευση, έχει αλλάξει σημαντικά τη σύνθεση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων της περιοχής.

Για την Κύπρο το ζήτημα είναι ακόμη πιο σημαντικό λόγω της γεωγραφικής της θέσης.

Η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για την εγκατάσταση και εξάπλωση θερμόφιλων ειδών, ενώ ταυτόχρονα ορισμένα γηγενή είδη μπορεί να μετακινούνται ή να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη πίεση.

Και τι γίνεται με τα ψάρια που γνωρίζαμε;

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο ερώτημα.

Δεν είναι μόνο η εμφάνιση νέων ειδών. Είναι και το τι συμβαίνει με τα είδη που παραδοσιακά αποτελούσαν μέρος της αλιείας μας.

Πρόσφατες τοποθετήσεις από τον χώρο της μικρής παράκτιας αλιείας στην Κύπρο έχουν αναδείξει ανησυχίες για τη μείωση των αλιευτικών αποθεμάτων, την παράνομη αλιεία και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας κλάδος ο οποίος ήδη βρίσκεται υπό πίεση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αλλαγή που παρατηρεί ένας ψαράς οφείλεται αποκλειστικά στην κλιματική αλλαγή.

Η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Η υπεραλίευση, η απώλεια ή υποβάθμιση ενδιαιτημάτων, η ρύπανση, τα μη γηγενή είδη και η άνοδος της θερμοκρασίας λειτουργούν ταυτόχρονα και μπορούν να ενισχύουν το ένα το άλλο. Η ίδια η κυπριακή πολιτική για το θαλάσσιο περιβάλλον αναγνωρίζει την κλιματική αλλαγή, την υπεραλίευση, τη ρύπανση και την εισαγωγή μη γηγενών ειδών ως σημαντικές πιέσεις στα θαλάσσια οικοσυστήματα.

Ο ψαράς ως «παρατηρητής» της θάλασσας

Υπάρχει όμως και μια διαφορετική πλευρά αυτής της ιστορίας.

Ο ψαράς βρίσκεται καθημερινά στη θάλασσα. Βλέπει αλλαγές στην πράξη. Παρατηρεί πού βρίσκονται τα ψάρια, ποια είδη εμφανίζονται, πότε αλλάζει η συμπεριφορά τους και πώς επηρεάζονται από τον καιρό και τις συνθήκες του νερού.

Αυτή η εμπειρική γνώση έχει πλέον ιδιαίτερη αξία.

Η GFCM αναγνωρίζει τη λεγόμενη «τοπική οικολογική γνώση» των ψαράδων ως σημαντική πηγή πληροφοριών για την παρουσία, την αφθονία και τη συμπεριφορά μη γηγενών ειδών. Μάλιστα, σχετικό περιφερειακό πρόγραμμα για την Ανατολική Μεσόγειο, στο οποίο συμμετέχει και η Κύπρος, βρίσκεται σε εξέλιξη για την καλύτερη κατανόηση και διαχείριση αυτών των αλλαγών.

Με άλλα λόγια, η εμπειρία του ψαρά και η επιστημονική έρευνα δεν χρειάζεται να βρίσκονται απέναντι. Μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά.


Το ψάρεμα του αύριο θα είναι διαφορετικό

Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν η θάλασσα θα αλλάξει.

Έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει.

Το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα θα συνεχιστούν αυτές οι αλλαγές και πόσο καλά θα μπορέσουμε να προσαρμοστούμε.

Για τον ερασιτέχνη ψαρά αυτό μπορεί να σημαίνει διαφορετικές τεχνικές, διαφορετικές εποχές, νέα είδη και μεγαλύτερη ανάγκη ενημέρωσης. Για τον επαγγελματία ψαρά το ζήτημα είναι ακόμη πιο σημαντικό, καθώς η αλλαγή των αλιευτικών αποθεμάτων επηρεάζει άμεσα το εισόδημα και το μέλλον του επαγγέλματος.

Και για όλους μας υπάρχει μία κοινή ευθύνη: να προστατεύσουμε τη θάλασσα ώστε να παραμείνει ζωντανή.

Η βιώσιμη αλιεία δεν αφορά μόνο τους σημερινούς ψαράδες. Αφορά τον άνθρωπο που θα ρίξει την πρώτη του πετονιά σε δέκα, είκοσι ή τριάντα χρόνια από σήμερα.

Η θάλασσα μας στέλνει ήδη μηνύματα

Ίσως τελικά ο πιο σημαντικός ρόλος του ψαρά σήμερα να μην είναι μόνο να γνωρίζει πώς να πιάσει ένα ψάρι.

Είναι να γνωρίζει τη θάλασσα.

Να παρατηρεί. Να καταγράφει. Να ενημερώνεται. Να σέβεται τους κανόνες και τα μεγέθη αλιείας. Να αναγνωρίζει τα νέα είδη. Να προστατεύει ό,τι πρέπει να επιστραφεί στη θάλασσα.

Γιατί η θάλασσα της Κύπρου δεν εξαφανίζεται. Μεταμορφώνεται.


Και όσο καλύτερα κατανοήσουμε αυτή τη μεταμόρφωση, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχουμε να διατηρήσουμε αυτό που αγαπάμε περισσότερο: μια ζωντανή, πλούσια και υγιή θάλασσα.

Η επόμενη μεγάλη ψαριά δεν θα κριθεί μόνο από την τεχνική, το δόλωμα ή τον εξοπλισμό. Θα κριθεί και από το πόσο καλά μάθαμε να ακούμε τη θάλασσα.